Δάφνη Λαμπρινού

Δάφνη Λαμπρινού

daphne2.JPG

Το να προσπαθείς να γίνεις σκηνοθέτης στο Hollywood, ακούγεται από μόνο του δύσκολο. Το να είσαι επίσης γυναίκα σε αυτόν το ανδροκρατούμενο χώρο είναι ένας ακόμα δύσκολος σκόπελος που πρέπει να ξεπεράσεις. Η Δάφνη όμως που ξεκίνησε από την Κρήτη ώστε να καταφέρει αυτό το δύσκολο εγχείρημα δείχνει με την παρουσία της ότι σε αυτό το μεγάλο και χαώδες καζάνι του κινηματογράφου όλα είναι πιθανά. Στα 26 της κουβάλησε ένα ολόκληρο συνεργείο από την Αμερική στην Κρήτη και αντικατέστησε τον όρο catering με τις σπεσιαλιτέ του θείου της και το τοπικό καφενείο του χωριού Αβδού . Το αποτέλεσμα ήταν η ταινία Paperboat στην οποία η Κρητικοπούλα ‘πάντρεψε’ τα Αμερικανικά στάνταρ παραγωγής με την ελληνική παράδοση και πήρε το α’ βραβείο γυναίκας σκηνοθέτη από την Ένωση Σκηνοθετών Αμερικής. Από μικρή ηλικία και όντας ακόμα παιδάκι σκηνοθετούσε παραστάσεις στο σχολείο της, έπειτα σπούδασε Μ.Μ.Ε στο Αμερικανικό κολέγιο Αθηνών ενώ παράλληλα δούλευε και σε ελληνικές παραγωγές. Τελειώνοντας και έχοντας πλέον ανακοινώσει στον εαυτό της (όπως συνηθίζει να λέει) ότι θέλει να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία επαγγελματικά κάνει αιτήσεις σε διάφορα Αμερικανικά πανεπιστήμια για να κάνει μεταπτυχιακό στον κινηματογράφο. Το New York University την απορρίπτει αλλά λαμβάνει μια θετική επιστολή από το University of Southern California που έχει ένα από τα καλύτερα προγράμματα κινηματογράφου στον κόσμο. Φεύγει από την Ελλάδα χωρίς καν να έχει συνειδητοποιήσει το μέγεθος της επιτυχίας της και προσγειώνεται ανώμαλα στην πόλη των Αγγέλων. Έτσι ξεκινά η ιστορία ( που ακόμα γράφεται) της 26χρονης σήμερα Δάφνης που λόγω του μικρού budget, δεν δίστασε να μετατρέψει δυο χωριά της Κρήτης σε συνεργεία παραγωγής, ώστε να κάνει την πρώτη της ταινία. Όπως μας περιγράφει στη συνέντευξη που κάναμε μαζί της – και μας παρακάλεσε να δημοσιεύσουμε όσο λιγότερες φωτογραφίες μπορούμε- το paperboat πήρε και άλλα βραβεία, η ίδια σκηνοθέτησε ταινίες μέχρι και στο Ομάν (όπου της έκαναν και πρόταση γάμου) και σήμερα δουλεύει σε μία από τις πιο γνωστές εταιρείες παραγωγής ταινιών υπό την επίβλεψη του παραγωγού των πειρατών της Καραϊβικής και του Dejavu, Jerry Bruckheimer.

Που γεννήθηκες;

Στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσα στην Κρήτη. Ουσιαστικά με το που γεννήθηκα μεταφερθήκαμε στην Κρήτη, λόγω της καταγωγής του πατέρα μου. Τελείωσα το σχολείο στο Ηράκλειο και εκεί απέκτησα την πρώτη μου επαφή με τη σκηνοθεσία. Στο λύκειο πάντα προσπαθούσα να πείσω τους καθηγητές να κάνουμε περισσότερες θεατρικές παραστάσεις, εκεί σκηνοθέτησα για πρώτη μου φορά μία θεατρική παράσταση.

Τότε ήξερες ότι ήθελες να γίνεις σκηνοθέτης;

Στα 16 μου ανακοίνωσα στον εαυτό μου ότι θα ήθελα να ασχοληθώ με την σκηνοθεσία αλλά βέβαια δεν τόλμησα να το ανακοινώσω σε κανέναν άλλον. Από τότε και μετά προσπαθούσα να γνωρίσω ανθρώπους που να ασχολούνται με τη σκηνοθεσία. Τελικά κατάφερα και έπεισα μια καθηγήτρια και κάναμε μια θεατρική παράσταση την οποία σκηνοθέτησα εγώ. Βέβαια οι δικοί μου ανησυχούσαν επειδή ασχολούμουν με κάτι που χρειαζόταν ιδιαίτερο χρόνο και δεν ήξεραν αν θα τα κατάφερνα.

Τι θυμάσαι περισσότερο από τις παραστάσεις που διοργάνωνες όταν ήσουν μικρή;

Μια φορά είχα οργανώσει μια παράσταση την ημέρα των γενεθλίων της μητέρας μου που ουσιαστικά ήταν το δώρο έκπληξη που της προσέφερα. Θυμάμαι άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και χωρίς να ξέρει τίποτα βρήκε ένα μικρό θέατρο στημένο στο σπίτι.

Που σπούδασες;

Το πρώτο μου πτυχίο το πήρα από το αμερικανικό κολέγιο Αθηνών. Πριν αποφασίσω να πάω σε αυτό είχα δώσει και πανελλήνιες αλλά χωρίς ιδιαίτερο πάθος. Εκεί σπούδασα επικοινωνία και παράλληλα έπαιρνα διάφορα μαθήματα κινηματογράφου, υποκριτικής και διαφήμισης.

Με τον κινηματογράφο πότε ασχολήθηκες;

Όταν ήμουν στο κολέγιο μία καθηγήτρια μου με συνέστησε στον σκηνοθέτη ‘Άγγελο Φραντζή και κανονίσαμε να δουλέψω ως βοηθός παραγωγής σε μια ταινία μικρού μήκους. Εκεί απλώς η δουλειά μου ήταν να προσέχω τους πάντες, να έχω έτοιμους τους καφέδες και να κουβαλάω νερό. Παρόλα αυτά ήμουν πλέον σίγουρη ότι θέλω να ασχοληθώ με τον κινηματογράφο. Την πρώτη φορά που πας σε γυρίσματα ξέρεις ότι αν αυτό είναι για εσένα θα το νιώσεις αμέσως και έτσι συνέβη και με εμένα. Έπειτα δούλεψα σαν βοηθός σκηνοθέτη σε μια άλλη ταινία μικρού μήκους και πριν φύγω για την Αμερική είχα δουλέψει και στην ταινία ο Βασιλιάς του Νίκου Γραμματικού.

Η Αμερική πως προέκυψε;

Κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους στο κολέγιο ήξερα ότι θέλω να φύγω στο εξωτερικό για να κάνω μεταπτυχιακό στον κινηματογράφο. Στην Αμερική υπάρχουν

περισσότερες ευκαιρίες στο συγκεκριμένο τομέα. Προσπαθούσα να επιλέξω την πόλη κα το πανεπιστήμιο. Έκανα δυο τρεις αιτήσεις και με δέχτηκε το USC. Εν τω μεταξύ εγώ δεν ήθελα να έρθω στο Λος Άντζελες και για αυτό όταν το NYU με απέρριψε είχα στενοχωρηθεί πολύ. Βασικά δεν ήξερα ότι το USC ήταν καλύτερο, και σαν κουλτούρα, αυτή της νέας Υόρκης μου φαινόταν πιο κοντά. Το αστείο ήταν ότι την αίτηση στο NYU την έκανα με τη βοήθεια των καθηγητών μου που μου είχαν πει ακριβώς τι έπρεπε να γράψω και πώς να παρουσιάσω τον εαυτό μου. Την αίτηση στο USC την έκανα τελείως μόνη μου καθώς όπως σου είπα δεν ήθελα να πάω και πολύ.

daphne9.jpg

Πως ήταν η πρώτη σου ημέρα στο USC.

Ήταν μεγάλο σοκ γενικά, γιατί εγώ δεν είχα ξαναέρθει ποτέ στην Αμερική. Εν τω μεταξύ την πρώτη ημέρα έκαναν μια εισαγωγική διάλεξη ειδικά για τους 50 καινούριους φοιτητές που ήταν στον πρώτο χρόνο του μεταπτυχιακού τους. Εγώ ήμουν μία από τους συνολικά δύο μη αμερικανούς φοιτητές του προγράμματος και τότε δεν ήξερα και τέλεια αγγλικά. Θυμάμαι μας έδωσαν να κάνουμε 7 εργασίες σε δυο ημέρες και εγώ δεν είχα βρει ούτε καν σπίτι και αυτοκίνητο. Εκείνοι θεωρούσαν ότι όλοι ήξεραν την τεράστια πόλη του Λος Άντζελες κάτι το οποίο δεν ίσχυε στην περίπτωση μου. Εγώ για να κάνω εκείνες της εργασίες θυμάμαι κουβαλούσα τα φώτα και τις κάμερες με το λεωφορείο, αφού δεν είχα αυτοκίνητο και αρκετές φορές έπρεπε να περάσω από πολύ επικίνδυνες περιοχές. Στο τέλος της διάλεξης ο καθηγητής μας λέει καλώς ήρθατε στη σχολή κινηματογράφου του Hollywood. Πιο Hollywood, εγώ μόλις το άκουσα έβαλα τα γέλια, δεν είχα ιδέα ακόμα πόσο καλό ήταν το πανεπιστήμιο αλλά άκουγα τους άλλους και έβλεπα πόσο περήφανοι ήταν οι άλλοι φοιτητές. Ακόμα και τώρα δεν πρόκειται να λέω ότι είμαι κάτι παραπάνω από τους υπόλοιπους επειδή πήγα στο USC όπως κάνουν άλλοι.

Είναι ένα από τα καλύτερα και ακριβότερα πανεπιστήμια, έχει υπέροχους καθηγητές και σου δίνεται η δυνατότητα να κάνεις πάρα πολλά πράγματα αλλά αν είσαι καλός σε όποιο πανεπιστήμιο και να πας θα τα καταφέρεις. Πάντως υπάρχει και τεράστιος ανταγωνισμός μεταξύ των φοιτητών.

Πού ήταν το πρώτο σου σπίτι;

Ήταν κοντά στο πανεπιστήμιο και έμενα με άλλα 8 άτομα. Είχε πολύ γέλιο γιατί όλοι προερχόμασταν από διαφορετικές χώρες. Μάλιστα και μια ταινία μικρού μήκους που είχα κάνει για το πανεπιστήμιο είχε ως θέμα της τη συμβίωση με πολλούς συγκατοίκους και βασιζόταν στις εμπειρίες που είχα από αυτό το σπίτι. Είχαμε τρία ψυγεία, ένας συγκάτοικος μου από την Αριζόνα κάλυπτε με αλουμινόχαρτο τα παράθυρα, μια Γαλλίδα δεν μπορούσε να καταλάβει πώς να φάει μακαρόνια και όταν ήρθε και με επισκέφτηκε ο μπαμπάς μου (ο οποίος κοιμόταν σε ένα στρώμα στο δωμάτιο μου) έβαζε τον Κινέζο να μας μαγειρέψει ρύζι και τον ρωτούσε πόσες φορές την ημέρα τρώει ρύζι. Ακόμα, δύο υπέρβαρες Αμερικανίδες που έκαναν όλη την ημέρα γυμναστική αλλά η εικόνα τους δεν άλλαζε και εγώ αναγκαζόμουν να τους κάνω τον ψυχολόγο, γενικά έζησα καταστάσεις για πάρα πολλά γέλια σ’ αυτό το σπίτι.

Το Paperboat πως προέκυψε;

Τον τελευταίο εξάμηνο του master πρέπει να κάνουμε μια ταινία μικρού μήκους, με την καθοδήγηση και αποδοχή από τους καθηγητές μας, που αποτελεί την πτυχιακή μας εργασία. Εγώ είχα γράψει το paperboat για ένα άλλο μάθημα. Η ιστορία έχει να κάνει με

μια νεαρή δημοσιογράφο που γυρνώντας στην Κρήτη,

από τη Νέα Υόρκη όπου διαμένει μόνιμα, για την κηδεία της γιαγιάς της έρχεται αντιμέτωπη με το δίλημμα της καριέρας στην Αμερική ή της παραμονής της στο χωριό συντροφιά με τον παιδικό ερωτά της. Αυτή την ιστορία λοιπόν εγώ ήθελα να την κάνω ταινία μικρού μήκους. Υπάρχουν δύο επιλογές, η μία είναι να κάνεις μία ταινία που έχεις τα δικαιώματα εσύ αλλά δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις τον εξοπλισμό του πανεπιστήμιου και άλλη να κάνεις μία ταινία χρησιμοποιώντας τον εξοπλισμό του πανεπιστημίου αλλά σε αυτή την περίπτωση τα δικαιώματα θα τα έχει το πανεπιστήμιο. Εγώ έδωσα στους καθηγητές μου το σενάριο του Paperboat, το συζητήσαμε και αποφάσισα ότι τελικά θα έκανα αυτή την ταινία μόνη μου καθώς τα γυρίσματα θα έπρεπε να γίνουν στην Ελλάδα και ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσα να μεταφέρω τον εξοπλισμό. Γι’ αυτό δεν είχα και ιδιαίτερη οικονομική βοήθεια από το πανεπιστήμιο. Επειδή η παραγωγή ήθελα να γίνει με Αμερικανικά στάνταρ, όπως είχα μάθει και στο πανεπιστήμιο, αποφάσισα να πάρω το στοιχειώδες συνεργείο από εδώ και να πάμε στην Ελλάδα. Πήρα τον διευθυντή φωτογραφίας, τον ηχολήπτη, τον gaffer και μία παραγωγό.

Πως τους έπεισες να πάνε στην Ελλάδα;

Κατ’ αρχήν πρέπει να ξέρεις ότι κανένας στην ταινία δεν πληρώθηκε, οπότε δεν ήρθαν λόγω χρημάτων. Πιστεύω ότι τους άρεσε η ιδέα. Μάλιστα η Ερικα Καλλας, που είναι

η παραγωγός της ταινίας μαζί και με εμένα, είναι 3ης γενιάς Ελληνοαμερικανίδα και πήγαινε για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Επίσης όλοι ήμασταν φοιτητές στο USC και

βοηθάμε ο ένας τον άλλον.

Από την Ελλάδα είχες βοήθεια;

Βέβαια, η Γιολάντα Μαρκοπούλου, σκηνοθέτης που είναι και ξαδέρφη μου, ο Βαγγέλης Μουρίκης και η Ρένα Κυπριώτη που είναι ηθοποιός, είχαν ξεκινήσει casting 2 μήνες πριν πάω εγώ στην Ελλάδα και μου έστελναν τις κασέτες με όσους πήγαιναν στην οντισιόν να τις δω. Από τους ενενήντα ηθοποιούς διάλεξα μόνο την Αλεξάνδρα Αϊδίνη και είχα ήδη μιλήσει με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη που ήταν στο Λος Άντζελες και είχαμε συμφωνήσει για να κάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Έπειτα βρήκαμε και τη Γιώτα Φέστα και τον Κώστα Τριανταφυλλόπουλο. Έτσι τέλη Ιουνίου του 2005 ξεκινήσαμε τα γυρίσματα. Ήταν εξαιρετικά τιμητικό για εμένα που όλοι αυτοί οι άνθρωποι δέχτηκαν να δουλέψουν για την ταινία χωρίς να πληρωθούν.

Που φιλοξένησες τους Αμερικάνους;

Στην Αθήνα μέναμε όλοι στο σπίτι της ξαδέρφης μου. Ξυπνούσαμε κάθε πρωί και ξαμολιόμασταν στην Αθήνα να βρούμε χρηματοδότη για τα έξοδα της ταινίας. Κάθε μέρα στέλναμε γράμματα και κάναμε ραντεβού. Γενικά τρέχαμε σαν τρελοί για να βρούμε χρήματα.

Πόσο εύκολο ήταν αυτό;

Ήταν δύσκολο γιατί και εγώ δεν είμαι καλή σε αυτόν τον τομέα. Επίσης είχα στείλει γράμματα και σε Αμερικανικές εταιρείες και εύπορους Ελληνοαμερικανούς αλλά δεν είχαμε καμία τύχη, οπότε έπρεπε να βρεθούν όλοι οι πόροι στην Ελλάδα. Ευτυχώς βρήκα το ουίσκι Dewar’s και άλλους οικογενειακούς φίλους από την Κρήτη όπως το κατάστημα Περβολαράκη και τα κρασιά Λυραράκη. Αρκετά χρήματα έδωσαν και μέλη της οικογένειας μου.

Πόσο κόστισε η ταινία;

Περίπου 35.000$

Στα γυρίσματα πως περάσατε;

Στην Κρήτη όλη πέρασαν υπέροχα. Όσοι ήταν από την Αθήνα έμεναν στο σπίτι μου στο Ηράκλειο και οι υπόλοιποι στο εξοχικό μου στον Καρτερό όπου κάναμε τα γυρίσματα.

Εννοείται πως όλοι οι φίλοι μου από την Κρήτη είχαν επιστρατευθεί ως βοηθοί παραγωγής. Τα υπόλοιπα γυρίσματα έγιναν στο Αβδού όπου και εκεί όλο το χωριό μας βοήθησε πάρα πολύ. Όλοι οι κομπάρσοι αλλά και το γαϊδουράκι που χρειάστηκε για μία σκηνή είναι από αυτό χωρίο. Χρέη catering είχε αναλάβει το καφενείο της πλατείας του χωριού, η Ροδάνθη, αλλά και για όλες τις προηγούμενες ημέρες τα φαγητά μας τα ετοίμαζε η οικογένεια μου και ο θείος μου που ακόμα με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει τι θα γίνει, θα κάνουμε καμιά άλλη ταινία; Έχω καινούριες σπεσιαλιτέ. Μετά τα γυρίσματα κάθε βράδυ καθόμασταν στην παραλία μέχρι το πρωί με άφθονο ουίσκι που μας είχε στείλει η Dewars, κρασιά από τον Λυραράκη και ρακί και την άλλη μέρα ξυπνούσαμε το απόγευμα και ξεκινούσαμε γυρίσματα.

Μετά το Paperboat τι έκανες;

Με κάλεσαν και πήγα να σκηνοθετήσω κάποια κομμάτια μιας μεγάλης παραγωγής για το σουλτάνο του Ομάν που ετοίμαζε ένα σόου όπου θα παρουσίαζε της ομορφιές της πατρίδας του. Εκεί πήγα γιατί την παραγωγή την έκανε μία ελληνική εταιρεία που ανήκει σε έναν φίλο μου και μου πρότεινε τη δουλειά. Έμεινα περίπου ένα μήνα.

Πως πέρασες;

Ωραία. Ήταν μια πολύ όμορφη εμπειρία Ταξιδέψαμε με 3 τζιπ σχεδόν σε όλη τη χώρα διασχίζοντας μεγάλες εκτάσεις ερήμου. Όταν ήμασταν στην πρωτεύουσα μέναμε σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο και γενικά είχαμε ό,τι θέλαμε αφού ήμασταν προσκεκλημένοι του Σουλτάνου. Στο βόρειο κομμάτι της χώρας βέβαια ο όρος ξενοδοχείο δεν είναι και ιδιαίτερα γνωστός. Η υπόλοιπη ομάδα αποτελούνταν από έναν Ινδό, διευθυντή φωτογραφίας στο Bollywood, 4 βοηθούς Ινδούς και όλοι οι υπόλοιποι από το Ομάν. Υπήρχαν βέβαια προβλήματα επικοινωνίας και μεγάλες διαφορές στην κουλτούρα που δε φαίνονται αν δεν δουλέψεις σε μία ομάδα. Οι μισοί δεν μιλούσαν αγγλικά και οι άλλοι μιλούσαν πολύ σπαστά. Εννοείται ότι κάθε μέρα στις 12 και στις 5 σταματούσαμε τα γυρίσματα γιατί η μισή ομάδα έπρεπε να προσευχηθεί. Ο τρόπος δουλειάς είναι τελείως διαφορετικός αλλά έκανα πολύ καλές φιλίες και με μερικούς ανθρώπους μιλάω ακόμα.

Σκέφτηκες να μείνεις εκεί αν έβρισκες δουλειά;

Όχι. Τι θα γίνει όπου πηγαίνω θα μένω μόνιμα. Κάθε λιμάνι και καημός… Θα πάω πάλι όμως. Αυτός είναι και ο στόχος μου να κάνω ταινίες και να ταξιδεύω. Πάντως ένας από τους οδηγούς μας, που ήταν ήδη παντρεμένος και είχε και τρία παιδιά, μου πρότεινε να γίνω η δεύτερη γυναίκα του και να μείνω μόνιμα στο Ομάν. Δηλαδή θα είχα και έτοιμα παιδιά.

Το Paperboat τι βραβεία πήρε;

Πήραμε το βραβείο καλύτερης φωτογραφίας στο διεθνές φεστιβάλ της Hermosa.

Μετά στο Shortfilmfest του Λος Άντζελες πήραμε το α’ βραβείο καλύτερης γυναίκας σκηνοθέτη και στο Connecticut το βραβείο καλύτερης ταινίας μικρού μήκους. Στο Hatch fest στη Μοντάνα ήμασταν στους φιναλιστ και ήταν πολύ ωραία εμπειρία γιατί στους δέκα επικρατέστερους, μας έστειλαν ένα τζετ και μας παρέλαβε. Τον Νοέμβρη η ένωση σκηνοθετών Αμερικής μας απένειμαν και το α’ βραβείο για γυναίκα σκηνοθέτη που συνοδεύονταν και από ένα χρηματικό ποσό. Από αυτό συγκινήθηκα και χάρηκα πάρα πολύ γιατί είναι ένα βραβείο πολύ μεγάλου κύρους.

Τι δεν σου αρέσει στο Λος Άντζελες;

Δεν μου αρέσει ότι αρκετοί άνθρωποι σε γνωρίζουν μόνο για να σε έχουν υπόψη τους όταν σε χρειαστούν. Οι περισσότεροι που έρχονται εδώ είναι ηθοποιοί ή γενικά καλλιτέχνες που προσπαθούν να γίνουν σταρ. Δεν είναι βέβαια μεμπτό, ο καθένας κάνει ότι θέλει, απλά εμένα δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα μου. Υπάρχει αυτή η νοοτροπία ότι όποιον γνωρίζεις πρέπει να τον θυμάσαι γιατί αυτός μπορεί να σε βοηθήσει όταν τον χρειαστείς, άρα όταν τον γνωρίζεις πρέπει να δεις για ποιο λόγο μπορεί να τον χρειαστείς,

και σκέφτομαι που πήγαν τα βασικά κοινωνικά στοιχεία. Εγώ γνωρίζω έναν άνθρωπο για να γίνουμε φίλοι και να κάνουμε παρέα, και αυτό, εδώ σπανίζει σαν ενδεχόμενο. Μια φίλη μου για παράδειγμα όταν βγαίνουμε έχει ένα μπλοκάκι μαζί της και γράφει όλους όσους γνωρίζει και πού μπορεί να της χρησιμεύσουν στο μέλλον. Εγώ δεν μπορώ να ζήσω έτσι.

Που δουλεύεις τώρα;

Τώρα δουλεύω στην εταιρεία Jerry Bruckheimer Films που έκανε τους Πειρατές της Καραϊβικής και το Dejavu. Έχω την τύχη να δουλεύω μαζί με τον Tony Scott και τον Jerry Bruckheimer. Ουσιαστικά εκεί μαθαίνω πως γίνονται οι μεγαλύτερες ταινίες του Hollywood. Παράλληλα ετοιμάζω και ένα σενάριο για μια ταινία μεγάλου μήκους με τη φίλη μου Μελένια Γιαννούση, η οποία μένει στην Ελλάδα. Αρκετές φορές βέβαια μένει πίσω λόγω του τρελού ωραρίου μου. Έχει πλάκα πάντως γιατί γράφουμε το σενάριο μέσω υπερατλαντικών τηλεφωνικών συνομιλιών.

1 COMMENT

  1. ναι, πολύ επιτυχία η ταινία της, τι να σου πω… κάνουν άπειροι ταινιούλες και νομίζουν ότι έγιναν κάτι. Τι να πουν οι μεγάλοι επιστήμονες που προσέφεραν στη ανθρωπότητα…

Leave a Reply