«Nik the Greek»: Τα μπλουζ της μαμάς μου ήταν τα μοιρολόγια…

«Nik the Greek»: Τα μπλουζ της μαμάς μου ήταν τα μοιρολόγια…

2Νικόλαος – Γεώργιος Γκραβενίτης. Νικ «the Greek» Γκραβενάιτες ή απλώς Gravy για τους ανά τον κόσμο φίλους του μπλουζ. Ο λευκός μουσικός, που σε μια φορτωμένη ρατσιστικές αντιλήψεις Αμερική έφερε το μπλουζ από τα μαύρες γειτονιές του Σικάγου της δεκαετίας του ’50 στην -ποτισμένη με την ψυχεδέλεια της δεκαετίας του ’60- Καλιφόρνια.

Ελληνας, γεννημένος στο Σικάγο από γονείς μετανάστες από το Παλιοχώρι της Αρκαδίας. «Born in Chicago» είναι η κλασική του σύνθεση, που το 2003 τον εισήγαγε στο Blues Hall of Fame.
Στην Ελλάδα πρωτοήρθε το 1989 για μια συναυλία με τον Τζον Τσιπολίνα, έναν σπουδαίο και πρόωρα χαμένο κιθαρίστα, συνοδοιπόρο του ήδη από τους ψυχεδελικούς Quicksilver Messenger Service της δεκαετίας του ’60. Από τότε επισκέπτεται τακτικά την πατρίδα των γονιών του. Εχει αποκτήσει μάλιστα και τη δική του, ελληνική μπάντα, το σχήμα του μπλουζ κιθαρίστα Νίκου Ντουνούση, τους Nick and the Backbone, που τον συνοδεύουν στις εδώ συναυλίες του.

«Είναι ωραίο να έρχεσαι στην Ελλάδα και να σε περιμένει η μπάντα σου», λέει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, στο σπίτι του στην Καλιφόρνια, ο Γκραβενίτης. Πρόσφατα, ο 71χρονος σήμερα μπλούζμαν ενεργοποίησε και πάλι τους Electric Flag, το μπλουζ ροκ συγκρότημα των ’70s που περιλάμβανε μορφές όπως ο Μπάντι Μάιλς και ο Μάικ Μπλούμφιλντ.
Συμμετέχει ακόμη και στους Chicago Blues Reunion, μια all star μπάντα μαζί με τους Μπάρι Γκόλντμπεργκ, Τσάρλι Μάσελγουαϊτ και Χάρβεϊ Μαντέλ: την αφρόκρεμα των μουσικών που έκαναν δημοφιλή τη λαϊκή μουσική των μαύρων στο λευκό κοινό. Ο Γκραβενίτης είχε ήδη δείξει τον δρόμο από τα ’50s βγάζοντας από το γκέτο του Σικάγου κάποιους άγνωστους τότε μαύρους λαϊκούς μουσικούς: τον Μάντι Γουότερς, τον Χάουλιν Γουλφ, τον Οτις Ρας…

«Δεν έχει σημασία το χρώμα του δέρματός σου, αλλά το πώς νιώθεις και πώς μπορείς να εκφράσεις το αίσθημά σου στη μουσική», λέει. «Με την Τζάνις Τζόπλιν μάθαμε τα μπλουζ φοιτητές, εγώ στο Σικάγο, εκείνη στο Οστιν του Τέξας. Βρεθήκαμε στο Σαν Φρανσίσκο ακολουθώντας τους μπίτνικς και τον Τζακ Κέρουακ. Είμαστε απένταροι, παίζαμε σε μικρά καφέ για 10 δολάρια, κάναμε δίσκους μαζί. Προερχόμαστε κι οι δύο από την ίδια φλέβα».
Την επομένη του θανάτου της η Τζάνις θα έμπαινε στο στούντιο να τραγουδήσει τη σύνθεση του Γκραβενίτη «Buried alive with the blues». Η ορχηστρική εκτέλεση του κομματιού υπάρχει στο «Pearl», μετά θάνατον δίσκο της Τζάνις.
«Ημουν τυχερός που γνώρισα τον Μάντι Γουότερς», λέει ο Γκραβενίτης. «Ηταν ο πρώτος. Ολοκληρωμένος άντρας, ευφυής, ευγενής, ταλαντούχος, ξεχείλιζε αυτοπεποίθηση. Ανοιχτόμυαλος, πολύ περισσότερο απ’ αυτό που οι άνθρωποι καταλαβαίνουν.

Θυμάμαι τον Αλαν Λόμαξ που, όταν πρωτοηχογράφησε τον Μάντι σε μια φυτεία, τον ρώτησε ποιος -ανάμεσα στον Ρόμπερτ Τζόνσον και τον Σον Χάουζ- τον επηρέασε περισσότερο. «Περίπου το ίδιο», απάντησε εκείνος. Ηξερε πως στο μπλουζ όλοι είναι σημαντικοί. Οχι απλώς οι «επώνυμοι», αλλά ο καθένας που έρχεται στο κλαμπ ν’ ακούσει και να πιει. Πως το μπλουζ είναι το σύνολο αυτής της κατάστασης. Και είχε δίκιο».
(Πηγή: enet)

NO COMMENTS

Leave a Reply